Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Πρό(σ)κληση σε διάλογο

 
Επιμένουμε Ελληνικά

Γράφει ο Κώστας Παππής

Σας μεταφέρω, όπως το έλαβα, μέρος ενός μηνύματος που έφτασε πρόσφατα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου και που έχει και ιδιαίτερο τοπικό ενδιαφέρον:
«Ο Έλληνας έχει μια μανία να τρώει λευκό εισαγόμενο μανιτάρι από την Πολώνια γιατί πιστεύει ότι, επειδή είναι λευκό, είναι και αγνό. Ιδού λοιπόν τι συμβαίνει: Τις δύο βδομάδες των εορτών πουλήθηκαν 200 τόνοι εισαγόμενου μανιταριού λευκού, μπαγιάτικου, και ψεκασμένου με φορμόλη και χλωρίνη (για να είναι άσπρο), και κέρδισαν δύο εταιρείες γερμανικών συμφερόντων. Την ίδια στιγμή πουλήθηκαν 30 τόνοι ολόφρεσκου μανιταριού ημέρας του είδους πλευρότους (ΤΕΛΕΙΩΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥ) που παράχθηκε από 45 μικρές οικογενειακές γεωργικές μονάδες που, μαζί με τους εργαζόμενους εκεί, έδωσε «ψωμί» σε πάνω από 300 οικογένειες. Εάν αυτό ήταν αντίστροφα τότε, αντί για 45 μονάδες, θα ζούσαν 300 μονάδες και συνολικά με τους εργαζόμενους πάνω από 4000 άτομα! Αυτό είναι απλό μάθημα γεωργικής οικονομίας αλλά πολλαπλασίασέ το επί 5.000 ή 10.000 για να δεις τι γίνεται και στους άλλους κλάδους της γεωργίας…».

Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω τους αριθμούς και τα πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Το μήνυμα που έλαβα μεταφέρει μια πικρή αλήθεια. Ότι, αντίθετα με ό,τι κάνουν πολίτες άλλων χωρών (π.χ. Γερμανοί, Γάλλοι, Ιταλοί κλπ), οι Έλληνες δεν μάθαμε να επιλέγουμε και να προτιμούμε προϊόντα που παράγονται στον τόπο μας, από ελληνικές επιχειρήσεις και ελληνικά χέρια. Επιλέγοντας όμως εισαγόμενα προϊόντα, επιλέγουμε να στηρίξουμε ξένες επιχειρήσεις και ξένες θέσεις απασχόλησης με το γνωστό αποτέλεσμα: να κλείνουν ελληνικές επιχειρήσεις, ή να μη δημιουργούνται νέες, και να χάνονται συνεχώς θέσεις εργασίας στη χώρα μας, ή να μη δημιουργούνται νέες, πράγμα που επιδεινώνει δραματικά την κρίση που ζούμε σαν κοινωνία, με τις γνωστές τραγικές συνέπειες.
Σε ένα παλιότερο κείμενό μου με τίτλο «Εφιάλτης πάνω από την πόλη» έγραφα, μεταξύ άλλων, την άποψή μου για το πώς φτάσαμε ως εδώ: «αρνηθήκαμε να δούμε το μέλλον που ερχόταν σαν μαύρο σύννεφο απειλητικό, τρομερό. Με τα δανεικά, βοηθούσης και της παγκοσμιοποίησης, στείλαμε στην ανεργία χιλιάδες συνέλληνες, ψωνίζοντας προϊόντα «σινιέ» από επώνυμες μάρκες του εξωτερικού, γυρίζοντας την πλάτη και ξαποστέλνοντας στα αζήτητα τα προϊόντα της ελληνικής γης και του ελληνικού μόχθου…».
Πιστεύω ότι πια οι περισσότεροι Έλληνες κατανοούμε πως όρος επιβίωσης της χώρας μας είναι να αντιστραφεί η στάση μας που περιγράφεται μέσα στα παραπάνω εισαγωγικά. Έτσι, με σύνθημα “Καταναλώνουμε ό,τι παράγουμε” έχει δημιουργηθεί το Κίνημα «Αγοράζω Ελληνικά» που προτρέπει τους καταναλωτές να επιλέγουν και να προτιμούν εγχώρια προϊόντα, ώστε να μείνουν τα χρήματα στην αγορά και να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας στις επιχειρήσεις.
Για να βγούμε από τον εφιάλτη, δεν αρκεί μόνο το να παράγουμε και να καταναλώνουμε ελληνικά. Πρέπει και να εξάγουμε για να μπορούμε να εξασφαλίζουμε προϊόντα και υπηρεσίες που δεν παράγουμε εγχώρια και που αναγκαστικά πρέπει να τα εισάγουμε (π.χ. φάρμακα, καύσιμα).
Φυσικά, για να προτιμηθεί στην αγορά, εδώ ή στο εξωτερικό, ένα προϊόν ή μια υπηρεσία πρέπει να είναι ανταγωνιστικά σε ποιότητα και τιμή. Για να σταθούμε στο παράδειγμα του προϊόντος που αναφερθήκαμε στην αρχή, του μανιταριού, και ειδικότερα στις δυνατότητες εξαγωγής του, φαίνεται ότι αυτή δεν έχει προοπτικές, τουλάχιστον σήμερα. Εξηγεί ο κ. Δημήτρης Σταματόπουλος, συνιδιοκτήτης με τον αδερφό του κ. Κώστα Σταματόπουλο, της εταιρείας Σταματόπουλος Δ. & Κ. Ο.Ε. που δραστηριοποιείται στο Δήμο μας, με εμπειρία 25 χρόνων στην παραγωγή κι εμπορία μανιταριών: «Το γεγονός αυτό (η αδυναμία εξαγωγής) οφείλεται στο ότι η τιμή των ελληνικών μανιταριών δεν είναι ακόμη ανταγωνιστική σε σχέση με άλλες χώρες που παράγουν και εξάγουν το προϊόν, όπως η Πολωνία και η Ιταλία. Επομένως αν το κόστος και ο ανταγωνισμός δεν κάνουν τις τιμές να υποχωρήσουν θεαματικά δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για εξαγωγές, πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις. Όμως και κάτω από τις παρούσες συνθήκες, στις οποίες η αγορά πιέζεται από όλες τις κατευθύνσεις, η συμπίεση των κοστολογίων αλλά και των κερδών είναι και επιβεβλημένη και αναπόφευκτη (Περιοδικό Φρουτονέα, τεύχος 147, 4/2011)».
Συνοψίζοντας: προϋπόθεση για να τελειώσει η κρίση που ζούμε σαν κοινωνία είναι να παράγουμε και να καταναλώνουμε ελληνικά και επίσης να εξάγουμε. Αυτό απαιτεί να αλλάξουμε καταναλωτικές συνήθειες (π.χ. προτιμούμε τον εσωτερικό τουρισμό, δεν αγοράζουμε εισαγόμενα που παράγονται στη χώρα μας) αλλά και να παράγουμε ανταγωνιστικά. Με τη σειρά του το τελευταίο προϋποθέτει δραστική αύξηση (αλλά και διαφοροποίηση, π.χ. στο χώρο της ενέργειας) της παραγωγής, με παράλληλη σημαντική μείωση του κόστους που επιβαρύνει τις τιμές διάθεσης των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών. Δηλαδή μείωση του κόστους των εισροών της παραγωγής (π.χ. κόστος ενέργειας), του μη μισθολογικού κόστους εργασίας, της γραφειοκρατίας, της φορολογίας κλπ. Προϋποθέτει επίσης προσοχή στην ποιότητα, τόσο από την μεριά του καταναλωτή, που συχνά αγοράζει ξένα προϊόντα φθηνότερα, που όμως ποιοτικά υστερούν από τα αντίστοιχα ελληνικά, όσο και από την μεριά του παραγωγού.