Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Πρό(σ)κληση σε διάλογο

Τι σόι λαός είμαστε;

 Πριν λίγες μέρες γιορτάσαμε την επέτειο της εθνικής επανάστασης. Περίσσεψαν, κι όχι άδικα, οι ύμνοι στις αρετές της φυλής, την ανδρεία, το αδούλωτο πνεύμα, την αγάπη για την ελευθερία, την ικανότητα αυτού του μικρού λαού να αντιστέκεται και να πραγματοποιεί, με το ένα πόδι στον τάφο, θαύματα και να ανασταίνεται εκεί που όλα έδειχναν πως είχε ιστορικά ξοφλήσει.
Φέτος ο εορτασμός πήρε ειδικό χρώμα, με τις οργισμένες αντιδράσεις για το ζοφερό παρόν και για το άγριο, χωρίς ελπίδα και προοπτική, μέλλον. Η αγανάκτηση και η οργή πήρε συγκεκριμένες κατευθύνσεις: την πολιτική ηγεσία που οδήγησε τη χώρα στον γκρεμό, και τους ξένους επικυρίαρχους που επιβάλλουν τους ταπεινωτικούς όρους της υποταγής μας. Η ευθύνη όλη στους άλλους…


Ακούστηκαν, πάντως, έστω δειλά, και λόγια με ένα διαφορετικό νόημα. Μίλησαν κάποιοι για τις ευθύνες αυτού του λαού για τη σημερινή κατάντια, ευθύνες που τις μοιράζεται στον ίδιο βαθμό, ακόμα κι αν δεν το παραδέχεται, με όλους τους άλλους που αυτός τους έκανε άρχοντες και νοικοκύρηδες σε αυτό τον τόπο. Ενός λαού που αρνείται να δεχτεί και να πειθαρχήσει ακόμα και στα πιο μικρά και αυτονόητα: από το να πληρώνει τους φόρους του για να μπορεί να λειτουργήσει κοινωνικό κράτος και από το να μην πλιατσικολογεί πάνω στη δημόσια περιουσία, μέχρι το να σέβεται, όχι απλά τους νόμους, αλλά ακόμα και τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα του διπλανού συμπολίτη (θυμίζω το νόμο για την απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους που καταπατείται προκλητικά και αδιάντροπα από τους θεριακλήδες, σερνικούς και, προ πάντων, θηλυκούς).
Τι λαός είμαστε, επιτέλους;
Δίνω το βήμα στον Οδυσσέα Ελύτη, το μεγάλο μας ποιητή.            
«Σκηνή πρώτη: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δίνει τη διαταγή να συλλάβουν και να εκτελέσουν τους απεσταλμένους του Αρείου Πάγου, Νούτσο και Πανουργιά.
Σκηνή δεύτερη: Μια ειδική επιτροπή που επέχει θέση Στρατοδικείου καταδικάζει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ως «επίβουλον και προδότην της πατρίδος».
Σκηνή τρίτη: Με καταδίκη σε θάνατο ρίχνεται στις φυλακές ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Σκηνή τέταρτη: Κυριακή πρωί , στο Ναύπλιο, έξω απ' την εκκλησία , ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας πέφτει κάτω απ' τις σφαίρες των Μαυρομιχαλαίων.
Σκηνή πέμπτη: Βγαίνοντας από το σταθμό της Λυόν, στο Παρίσι, μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, ο Ελευθέριος Βενιζέλος δέχεται τις σφαίρες δύο Ελλήνων αξιωματικών.
Σκηνή έκτη: Κάτω από τη Γερμανική Κατοχή, ο Ελληνικός Λαϊκός Aπελευθερωτικός Στρατός εξοντώνει τον Συνταγματάρχη Ψαρρό, που αγωνίζεται για τον ίδιο ακριβώς σκοπό επικεφαλής ανεξάρτητης ανταρτικής ομάδας.
Σκηνή εβδόμη: Στην Κύπρο, άνθρωποι σταλμένοι από τη δικτατορική κυβέρνηση των Αθηνών, στήνουν - με σκοπό να τον δολοφονήσουν - ενέδρα στον Εθνάρχη Μακάριο, που μόλις καταφέρνει να διαφύγει». (Από το ΜΙΚΡΟ ΝΑΥΤΙΛΟ, [Προβολέας δ']).

Θέλετε να πάμε και στα παλιότερα;

Να θυμηθούμε τη μοίρα (μας τη θυμίζει ο ποιητής στο ίδιο έργο) που επιφύλαξαν οι πρόγονοί μας:
Στον νικητή που Μαραθώνα Μιλτιάδη (κατάκοιτος, με γάγγραινα στο πόδι, μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο για να ακούσει την καταδίκη του από τους Αθηναίους);
Στο δίκαιο Αριστείδη, που εξοστρακίστηκε (εξορίστηκε) από τους συμπολίτες του;
Στο Φειδία που, με την κατηγορία του κλέφτη δημόσιου χρήματος, «ριγμένος στις φυλακές σαν κακούργος αργοπέθανε από γηρατειά και θλίψη»;
Στο Σωκράτη («στο φτωχό του στρώμα της φυλακής, μετά την καταδίκη του σε θάνατο, πίνει το κώνειο ήρεμος και ξεψυχάει»);
Στον Παρμενίωνα, αφοσιωμένο στρατηγό του Μέγα Αλέξανδρου, που ο στρατηλάτης «έξω από τη σκηνή του, δίνει διαταγή να τον εξοντώσουν»;

Τι λαός είμαστε, λοιπόν;

Κώστας Παππής